ηδονισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ηδονισμός ηδονισμοί
γενική ηδονισμού ηδονισμών
αιτιατική ηδονισμό ηδονισμούς
κλητική ηδονισμέ ηδονισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ηδονισμός < ηδονή + -ισμός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ηδονισμός αρσενικό

  1. ενέργεια με αυτοσκοπό την επίτευξη ηδονής
  2. (μεταφορικά) κραιπάλη
  3. (φιλοσοφία) ηδονισμός:
    1. αναγνώριση της ηδονής ως υπέρτατου σκοπού
    2. Πρότυπο:μει επιλογή φιλοσοφικών ερμηνειών βάση παγιωμένων συμβάσεων που δεν ταράζουν το άτομο ή την κοινωνία, μη αναζήτηση της αλήθειας και βόλεμα σε ευχάριστες ιδέες

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]