ηθικοθρησκευτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ηθικοθρησκευτικός ηθικοθρησκευτική ηθικοθρησκευτικό
γενική ηθικοθρησκευτικού ηθικοθρησκευτικής ηθικοθρησκευτικού
αιτιατική ηθικοθρησκευτικό ηθικοθρησκευτική ηθικοθρησκευτικό
κλητική ηθικοθρησκευτικέ ηθικοθρησκευτική ηθικοθρησκευτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ηθικοθρησκευτικοί ηθικοθρησκευτικές ηθικοθρησκευτικά
γενική ηθικοθρησκευτικών ηθικοθρησκευτικών ηθικοθρησκευτικών
αιτιατική ηθικοθρησκευτικούς ηθικοθρησκευτικές ηθικοθρησκευτικά
κλητική ηθικοθρησκευτικοί ηθικοθρησκευτικές ηθικοθρησκευτικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ηθικοθρησκευτικός < ηθικός + θρησκευτικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ηθικοθρησκευτικός, -ή, -ό

  1. που αναφέρεται ταυτόχρονα στην ηθική και στη θρησκεία, με άλλα λόγια στη θρησκευτική ηθική

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]