ηθογραφία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : ηθογράφηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ηθογραφία ηθογραφίες
γενική ηθογραφίας ηθογραφιών
αιτιατική ηθογραφία ηθογραφίες
κλητική ηθογραφία ηθογραφίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ηθογραφία < ηθογράφος + -ία < αρχαία ελληνική ἠθογράφος ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική éthographie)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ηθογραφία θηλυκό

  • (λογοτεχνία) λογοτεχνικό είδος του πεζού λόγου που αποσκοπεί στην πιστή απόδοση της ζωής, των ηθών και των εθίμων των ανθρώπων μιας κοινωνικής ομάδας καθώς και του τόπου τους
    η ελληνική ηθογραφία των αρχών του 20ου αιώνα στράφηκε κυρίως στην αποτύπωση της καθημερινής ζωής στις αγροτικές περιοχές

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]