ηλεκτροφορώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ηλεκτροφορώ < ήλεκτρο + φορώ

Ρήμα[επεξεργασία]

ηλεκτροφορώ

  1. φέρω ήλεκτρο
  2. (φυσική): διοχετεύω ηλεκτρικό ρεύμα, ηλεκτροδοτώ
  3. (χημεία), (βιοχημεία): διαχωρίζω ηλεκτρικά φορτισμένα σωματίδια από κάποιο μίγμα τους

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]