ηλεκτροφόρος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ηλεκτροφόρος < → λείπει η ετυμολογία
Επίθετο
[επεξεργασία]ηλεκτροφόρος
- (ηλεκτρολογία) που επιτρέπει την κυκλοφορία του ηλεκτρικού ρεύματος
- ※ Το ατσαλόσυρμα που κρατά τα ηλεκτροφόρα καλώδια σχηματίζει ένα αραιό δίxτυ απλωμένο από τα χαμηλά κτίρια τούτης της πλευράς ως τα ψηλότερα τριώροφα απέναντι (Αλέξης Πανσέληνος, Ελαφρά ελληνικά τραγούδια, εκδ. Μεταίχμιο, 2018)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ηλεκτροφόρος
|
|
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως η ομάδα 'ωραίος' (νέα ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'ωραίος' (νέα ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ηλεκτρολογία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)