ηλεκτρο-

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ηλεκτρο- < γαλλική électro- < électricité (ηλεκτρισμός)

Open book 01.svg Πρόθημα[επεξεργασία]

ηλεκτρο- και ηλεκτρό-

  • πρώτο συνθετικό πολλών λέξεων που σημαίνουν ότι το δεύτερο συνθετικό
  1. παράγεται με ηλεκτρισμό
  2. λειτουργεί ή χρησιμοποιεί ηλεκτρισμό
  3. παράγει ηλεκτρισμό
  4. σχετίζεται με τον ηλεκτρισμό

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]