ηλιακό ρολόι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δείτε τις λέξεις ηλιακός και ρολόι

Πολυλεκτικός όρος[επεξεργασία]

ηλιακό ρολόι ουδέτερο

  • όργανο που προσδιορίζει την ώρα της μέρας σύμφωνα με τη μετατόπιση της σκιάς ενός γνώμονα σε μια ειδικά διαβαθμισμένη επιφάνεια, πάνω στην οποία είναι στερεωμένος, κατά τη μετακίνηση του ήλιου από την Ανατολή προς τη Δύση

Μεταφράσεις[επεξεργασία]