ηλιαχτίδα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /i.ʎaˈxti.ða/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : η‐λια‐χτί‐δα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ηλιαχτίδα θηλυκό
ηλιαχτίδα θηλυκό