Μετάβαση στο περιεχόμενο

ηλιοκαβουρντισμένος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ηλιοκαβουρντισμένος < ηλιο- + καβουρντισμένος
Η λέξη έχει δημιουργηθεί από τον Νίκο Καζαντζάκη.[1]

Μετοχή

[επεξεργασία]

ηλιοκαβουρντισμένος, -η, -ο (μετοχή χωρίς ρήμα)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ηλιοκαβουρντισμένος η ηλιοκαβουρντισμένη το ηλιοκαβουρντισμένο
      γενική του ηλιοκαβουρντισμένου της ηλιοκαβουρντισμένης του ηλιοκαβουρντισμένου
    αιτιατική τον ηλιοκαβουρντισμένο την ηλιοκαβουρντισμένη το ηλιοκαβουρντισμένο
     κλητική ηλιοκαβουρντισμένε ηλιοκαβουρντισμένη ηλιοκαβουρντισμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ηλιοκαβουρντισμένοι οι ηλιοκαβουρντισμένες τα ηλιοκαβουρντισμένα
      γενική των ηλιοκαβουρντισμένων των ηλιοκαβουρντισμένων των ηλιοκαβουρντισμένων
    αιτιατική τους ηλιοκαβουρντισμένους τις ηλιοκαβουρντισμένες τα ηλιοκαβουρντισμένα
     κλητική ηλιοκαβουρντισμένοι ηλιοκαβουρντισμένες ηλιοκαβουρντισμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Πούλιος Απόστολος, Οι νεόπλαστες σύνθετες λέξεις στα μυθιστορήματα του Νίκου Καζαντζάκη, διδακτορική διατριβή, (ΕΚΠΑ), Σχολή Φιλοσοφική, Τμήμα Φιλολογίας, Τομέας Γλωσσολογίας, Αθήνα 2021, σελ. 217 @freader.ekt.gr