ηλιοπληξία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ηλιοπληξία < ηλιο- + -πληξία < πλήττω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ηλιοπληξία θηλυκό

  1. ηλίαση, ασθένεια που προκαλείται από έκθεση του οργανισμού σε έντονο ηλιακό φως, συνήθως για μεγάλη χρονική διάρκεια
  2. ζημιά που προκαλείται σε μετεωρολογικά όργανα και άλλες συσκευές λόγω έκθεσης στο ηλιακό φως

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]