ηλιοσκόπιο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ηλιοσκόπιο ηλιοσκόπια
γενική ηλιοσκοπίου ηλιοσκοπίων
αιτιατική ηλιοσκόπιο ηλιοσκόπια
κλητική ηλιοσκόπιο ηλιοσκόπια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ηλιοσκόπιο < ηλιο- + -σκόπιο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ηλιοσκόπιο ουδέτερο

  1. (μετεωρολογία): μετεωρολογικό όργανο παρατήρησης του Ήλιου μειώνοντας την ένταση του φωτός του χάρη στον αντικατοπτρισμό του σε καθρέφτη

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]