ηλιοφοβία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ηλιοφοβία θηλυκό
- φοβία προς το ηλιακό φως
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ηλιοφοβία
|
|
ηλιοφοβία θηλυκό
|
|