ηλιόσφαιρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ηλιόσφαιρα οι ηλιόσφαιρες
      γενική της ηλιόσφαιρας των ηλιοσφαιρών
    αιτιατική την ηλιόσφαιρα τις ηλιόσφαιρες
     κλητική ηλιόσφαιρα ηλιόσφαιρες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ηλιόσφαιρα < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική heliosphere < αρχαία ελληνική ἥλιος + σφαῖρα

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.li.ˈɔ.sfε.ra/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ηλιόσφαιρα θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]