ημέτερος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἡμέτερος, ὑμέτερος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ημέτερος ημέτερη ημέτερο
γενική ημέτερου ημέτερης ημέτερου
αιτιατική ημέτερο ημέτερη ημέτερο
κλητική ημέτερε ημέτερη ημέτερο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ημέτεροι ημέτερες ημέτερα
γενική ημέτερων ημέτερων ημέτερων
αιτιατική ημέτερους ημέτερες ημέτερα
κλητική ημέτεροι ημέτερες ημέτερα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ημέτερος < αρχαία ελληνική ἡμέτερος < ἡμεῖς < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *wéy, ονομαστική πληθυντικού τού *éǵh₂

Επίθετο[επεξεργασία]

ημέτερος, ημέτερη & ημετέρα, ημέτερο

  1. (λόγιο) δικός μας
  2. (λόγιο) που είναι άνθρωπός μας, που ανήκει στους φιλικά προσκείμενους σε μας ή στους οπαδούς μας, κι ως εκ τούτου ενδεχομένως και αναξιοκρατικά τον ευνοούμε

Μεταφράσεις[επεξεργασία]