ημίγυμνος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ημίγυμνος ημίγυμνη ημίγυμνο
γενική ημίγυμνου ημίγυμνης ημίγυμνου
αιτιατική ημίγυμνο ημίγυμνη ημίγυμνο
κλητική ημίγυμνε ημίγυμνη ημίγυμνο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ημίγυμνοι ημίγυμνες ημίγυμνα
γενική ημίγυμνων ημίγυμνων ημίγυμνων
αιτιατική ημίγυμνους ημίγυμνες ημίγυμνα
κλητική ημίγυμνοι ημίγυμνες ημίγυμνα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ημίγυμνος < ελληνιστική κοινή ἡμίγυμνος < ημι- + γυμνός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.ˈmi.ʝi.mnɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /i.ˈmi.ʝi.mni/ θηλυκό
ΔΦΑ : /i.ˈmi.ʝi.mnɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ημίγυμνος, -η, -ο

  • που εμφανίζεται με πολύ λίγα ρούχα αλλά δεν είναι τελείως γυμνός

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]