ημίθεος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἡμίθεος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ημίθεος οι ημίθεοι
      γενική του ημίθεου των ημίθεων
    αιτιατική τον ημίθεο τους ημίθεους
     κλητική ημίθεε ημίθεοι
όπως «αντίλαλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ημίθεος < αρχαία ελληνική ἡμίθεος < ἡμί- + θεός

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ημίθεος αρσενικό

  1. (μυθολογία) ήρωας που γεννήθηκε από την ένωση θεού με άνθρωπο
    Στην ελληνική μυθολογία, ο ημίθεος Ηρακλής, γιος του Δία, εκτέλεσε 12 άθλους: μια ντουζίνα απίστευτα δύσκολες και άκρως επικίνδυνες αποστολές. (*)
  2. (μεταφορικά) άντρας εξαιρετικής ανδρείας ή ομορφιάς

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]