ημίρρευστος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ημίρρευστος < ημι- + ρευστός

Επίθετο[επεξεργασία]

ημίρρευστος, -η, -ο

  1. που βρίσκεται στο ενδιάμεσο μεταξύ στερεάς και υγρής κατάστασης
    Οι Αμερικανοί επιστήμονες ήδη πειραματίζονται με την ανάμιξη τροφών-πρώτων υλών με υδρο-κολλοειδή, ουσίες οι οποίες σχηματίζουν ημίρρευστη μάζα με το νερό (από την εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 27 δΕΚΕΜΒΡΊΟΥ 2010)


Μεταφράσεις[επεξεργασία]