ημιεπεξεργασμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ημιεπεξεργασμένος ημιεπεξεργασμένη ημιεπεξεργασμένο
γενική ημιεπεξεργασμένου ημιεπεξεργασμένης ημιεπεξεργασμένου
αιτιατική ημιεπεξεργασμένο ημιεπεξεργασμένη ημιεπεξεργασμένο
κλητική ημιεπεξεργασμένε ημιεπεξεργασμένη ημιεπεξεργασμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ημιεπεξεργασμένοι ημιεπεξεργασμένες ημιεπεξεργασμένα
γενική ημιεπεξεργασμένων ημιεπεξεργασμένων ημιεπεξεργασμένων
αιτιατική ημιεπεξεργασμένους ημιεπεξεργασμένες ημιεπεξεργασμένα
κλητική ημιεπεξεργασμένοι ημιεπεξεργασμένες ημιεπεξεργασμένα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ημιεπεξεργασμένος < ημι- + επεξεργασμένος

Μετοχή[επεξεργασία]

ημιεπεξεργασμένος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]