ημιισόγειος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ημιισόγειος ημιισόγεια ημιισόγειο
γενική ημιισόγειου ημιισόγειας ημιισόγειου
αιτιατική ημιισόγειο ημιισόγεια ημιισόγειο
κλητική ημιισόγειε ημιισόγεια ημιισόγειο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ημιισόγειοι ημιισόγειες ημιισόγεια
γενική ημιισόγειων ημιισόγειων ημιισόγειων
αιτιατική ημιισόγειους ημιισόγειες ημιισόγεια
κλητική ημιισόγειοι ημιισόγειες ημιισόγεια

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ημιισόγειος < ημι- + ισόγειος

Επίθετο[επεξεργασία]

ημιισόγειος[1]

  1. (αρχιτεκτονική) που είναι κατά ένα τμήμα του πάνω από το έδαφος και κατά το ένα τμήμα του κάτω απ’ αυτό
  2. (ουσιαστικοποιημένο) ημιισόγειο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

  1. λήγουν σε ημιισόγειος - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη.