ημικρανία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ημικρανία ημικρανίες
γενική ημικρανίας ημικρανιών
αιτιατική ημικρανία ημικρανίες
κλητική ημικρανία ημικρανίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ημικρανία < ελληνιστική κοινή ἡμικρανία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ημικρανία θηλυκό

  • έντονος πονοκέφαλος, συνήθως εντοπισμένος στο μισό του κεφαλιού κοντά στον κρόταφο και συχνά συνοδευόμενος από ναυτία, ευαισθησία στο φως και διαταραχές της όρασης

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]