ημικρανία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ημικρανία ημικρανίες
γενική ημικρανίας ημικρανιών
αιτιατική ημικρανία ημικρανίες
κλητική ημικρανία ημικρανίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ημικρανία < ελληνιστική κοινή ἡμικρανία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ημικρανία θηλυκό

  • έντονος πονοκέφαλος, συνήθως εντοπισμένος στο μισό του κεφαλιού κοντά στον κρόταφο και συχνά συνοδευόμενος από ναυτία, ευαισθησία στο φως και διαταραχές της όρασης

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]