ημιμάθεια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ημιμάθεια οι ημιμάθειες
      γενική της ημιμάθειας των ημιμαθειών
    αιτιατική την ημιμάθεια τις ημιμάθειες
     κλητική ημιμάθεια ημιμάθειες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ημιμάθεια < ημιμαθής

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ημιμάθεια θηλυκό

  1. το χαρακτηριστικό του ημιμαθούς, η ελλιπής γνώση ενός αντικειμένου, η οποία συχνά δεν γίνεται αντιληπτή ως τέτοια από το ίδιο το άτομο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]