ημιπερίοδος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ημιπερίοδος ημιπερίοδοι (ημιπερίοδες)
γενική ημιπεριόδου ημιπεριόδων
αιτιατική ημιπερίοδο ημιπεριόδους (ημιπερίοδες)
κλητική ημιπερίοδε (ημιπερίοδο) ημιπερίοδοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. ημιπερίοδος < ημι- + περίοδος (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική semicolon
  2. ημιπερίοδος < ημι- + περίοδος[1]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ημιπερίοδος θηλυκό

  1. (γραμματική) τμήμα λόγου, υποτμήμα της περιόδου, αποτελούμενο από μία ή πιο πολλές προτάσεις, που λήγουν σε άνω τελεία
  2. περίοδος πανεπιστημιακών εξετάσεων με δικαίωμα εξέτασης σε περιορισμένο αριθμό μαθημάτων

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. ημιπερίοδος στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.