ημιπερίοδος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ημιπερίοδος ημιπερίοδοι (ημιπερίοδες)
γενική ημιπεριόδου ημιπεριόδων
αιτιατική ημιπερίοδο ημιπεριόδους (ημιπερίοδες)
κλητική (ημιπερίοδο) ημιπερίοδοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. ημιπερίοδος < ημι- + περίοδος ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική semicolon)
  2. ημιπερίοδος < ημι- + περίοδος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ημιπερίοδος θηλυκό

  1. (γραμματική) τμήμα λόγου, υποτμήμα της περιόδου, αποτελούμενο από μία ή πιο πολλές προτάσεις, που λήγουν σε άνω τελεία
  2. περίοδος πανεπιστημιακών εξετάσεων με δικαίωμα εξέτασης σε περιορισμένο αριθμό μαθημάτων

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]