ημιπολύτιμος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ημιπολύτιμος < ημι- + πολύτιμος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ημιπολύτιμος, -η, -ο

  1. που έχει μικρότητα αξία και σπανιότητα από τον πολύτιμο
    ο αμέθυστος και ο χαλαζίας ανήκουν στους ημιπολύτιμους λίθους


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]