Μετάβαση στο περιεχόμενο

ημιφωνοποίηση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ημιφωνοποίηση οι ημιφωνοποιήσεις
      γενική της ημιφωνοποίησης των ημιφωνοποιήσεων
    αιτιατική την ημιφωνοποίηση τις ημιφωνοποιήσεις
     κλητική ημιφωνοποίηση ημιφωνοποιήσεις
Η λόγια γενική ενικού σε -εως δε συνηθίζεται σε νεότερες λέξεις.
Κατηγορία όπως «παγκοσμιοποίηση» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ημιφωνοποίηση < ημίφων(ον) + -ο- + -ποίη(σις) + -ση[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /i.mi.fo.noˈpi.i.si/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ημιφωνοποίηση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ημιφωνοποίηση θηλυκό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]