ημιφωνοποίηση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | ημιφωνοποίηση | οι | ημιφωνοποιήσεις |
| γενική | της | ημιφωνοποίησης | των | ημιφωνοποιήσεων |
| αιτιατική | την | ημιφωνοποίηση | τις | ημιφωνοποιήσεις |
| κλητική | ημιφωνοποίηση | ημιφωνοποιήσεις | ||
| Η λόγια γενική ενικού σε -εως δε συνηθίζεται σε νεότερες λέξεις. | ||||
| Κατηγορία όπως «παγκοσμιοποίηση» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ημιφωνοποίηση < ημίφων(ον) + -ο- + -ποίη(σις) + -ση[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /i.mi.fo.noˈpi.i.si/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : η‐μι‐φω‐νο‐ποί‐η‐ση
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ημιφωνοποίηση θηλυκό
- (φωνητική) η τροπή ενός φθόγγου σε ημίφωνο
τὰ ὠτία /ta‿oˈti.a/ > *ταοὐτία [tawˈti.a] (στην ελληνιστική κοινή)[2]
λάδι /ˈla.ði/ > [ˈwa.ði] (στην προφορά)
σλοβακική mydlo [ˈmi.dɫɔ] ⓘ, τσεχική mýdlo [ˈmiː.dlo] ⓘ, ρωσική мы́ло [ˈmɨ.ɫə] ⓘ αλλά πολωνική mydło [ˈmɘ.dwɔ] ⓘ (σλαβική λέξη για το σαπούνι, στην πολωνική το φατνιακό πλευρικό προσεγγιστικό [l ɫ] τρέπεται σε χειλοϋπερωικό ημίφωνο προσεγγιστικό [w])
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ημιφωνοποίηση
|
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ημιφωνοποίηση - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ αυτί - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'παγκοσμιοποίηση' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ποίηση (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ση (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Φωνητική (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (σλοβακικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (τσεχικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (πολωνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)