ηρωισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ηρωισμός ηρωισμοί
γενική ηρωισμού ηρωισμών
αιτιατική ηρωισμό ηρωισμούς
κλητική ηρωισμέ ηρωισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ηρωισμός < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική héroïsme < héros + -isme < αρχαία ελληνική ἥρως (> ελληνιστική κοινή ἡρωισμός =η λατρεία που αποδίδεται σε ήρωες)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ηρωισμός αρσενικό

  1. ηρωική πράξη, ενέργεια που χαρακτηρίζεται από μεγάλη τόλμη, ακόμη και αυτοθυσία μπροστά στην επιδίωξη ενός υπέρτερου σκοπού
  2. οι ψυχικές ιδιότητες που ωθούν κάποιον σε τέτοιες ηρωικές πράξεις

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]