ηφαιστειογενής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ηφαιστειογενής ηφαιστειογενής ηφαιστειογενές
γενική ηφαιστειογενούς ηφαιστειογενούς ηφαιστειογενούς
αιτιατική ηφαιστειογενή ηφαιστειογενή ηφαιστειογενές
κλητική ηφαιστειογενή(ς) ηφαιστειογενής ηφαιστειογενές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ηφαιστειογενείς ηφαιστειογενείς ηφαιστειογενή
γενική ηφαιστειογενών ηφαιστειογενών ηφαιστειογενών
αιτιατική ηφαιστειογενείς ηφαιστειογενείς ηφαιστειογενή
κλητική ηφαιστειογενείς ηφαιστειογενείς ηφαιστειογενή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ηφαιστειογενής < ηφαίστειο + -γενής (< γίγνομαι)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ηφαιστειογενής, -ής, -ές

  1. που δημιουργήθηκε από τη δράση ενός ηφαιστείου
    ηφαιστειογενή πετρώματα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη: ηφαίστειο

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]