ηχοποίητος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /i.xoˈpi.i.tos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : η‐χο‐ποί‐η‐τος
Επίθετο
[επεξεργασία]ηχοποίητος, -η, -ο
- (γλωσσολογία) σχηματισμένος μέσω σύνθεσης με ηχομιμητική λέξη
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ηχοποίητος
|
|