ηὐξημένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ηὐξημένος ηὐξημένη ηὐξημένον ηὐξημένοι ηὐξημέναι ηὐξημένα
Γενική ηὐξημένου ηὐξημένης ηὐξημένου ηὐξημένων ηὐξημένων ηὐξημένων
Δοτική ηὐξημένῳ ηὐξημένῃ ηὐξημένῳ ηὐξημένοις ηὐξημέναις ηὐξημένοις
Αιτιατική ηὐξημένον ηὐξημένην ηὐξημένον ηὐξημένους ηὐξημένας ηὐξημένα
Κλητική ηὐξημένε ηὐξημένη ηὐξημένον ηὐξημένοι ηὐξημέναι ηὐξημένα
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ηὐξημένω ηὐξημένα
Γενική-Δοτική ηὐξημένοιν ηὐξημέναιν


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ηὐξημένος < αὔξω και αὐξάνω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

ηὐξημένος,η,ον, μετοχή παθητικού παρακειμένου

  1. που έχει αυξηθεί

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]