θάλπος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική το θάλπος
      γενική του θάλπους
    αιτιατική το θάλπος
     κλητική θάλπος
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

θάλπος < αρχαία ελληνική θάλπος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θάλπος ουδέτερο, μόνο στον ενικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική θάλπος θάλπει θάλπη
Γενική θάλπους θαλποῖν θαλπῶν
Δοτική θάλπει θαλποῖν θάλπεσι(ν)
Αιτιατική θάλπος θάλπει θάλπη
Κλητική θάλπος θάλπει θάλπη

Ετυμολογία [επεξεργασία]

θάλπος < θάλπω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θάλπος

  1. ζεστασιά, θερμότητα
  2. καύσωνας
  3. κεντρί
  4. πόνος, πικρία