θάμβος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θάμβος θάμβη
γενική θάμβους θαμβών
αιτιατική θάμβος θάμβη
κλητική θάμβος θάμβη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θάμβος < αρχαία ελληνική θάμβος < προελληνική[1]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θάμβος ουδέτερο

  1. (λόγιο) η λάμψη, το δυνατό φως που μας θαμπώνει
  2. (μεταφορικά) η γοητεία και ο θαυμασμός που προκαλεί κάτι ή κάποιος

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Beekes, Robert (Μπέκες, Ρόμπερτ) (2010). Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill.