θέαινα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | θέαινα | οι | θέαινες |
| γενική | της | θέαινας | των | θεαινών |
| αιτιατική | τη | θέαινα | τις | θέαινες |
| κλητική | θέαινα | θέαινες | ||
| Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- θέαινα < αρχαία ελληνική θέαινα, άλλη λέξη των αρχαίων Ελλήνων για τη θεά
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]θέαινα θηλυκό
- η θεά, ειδικά στη γενική πληθυντικού για να μη συγχέεται με το αρσενικό
- όλων των Θεών και Θεαινών του Ολύμπου
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| επική κλίση | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | θέαινᾰ | αἱ | θέαιναι | ||||
| γενική | τῆς | θεαίνης | τῶν/τάων | θεαινῶν | ||||
| δοτική | τῇ | θεαίνῃ | ταῖς | θεαίναις | ||||
| αιτιατική | τὴν | θέαινᾰν | τὰς | θεαίνᾱς | ||||
| κλητική ὦ! | θέαινᾰ | θέαιναι | ||||||
| δυϊκός | ||||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | θεαίνᾱ | ||||||
| γεν-δοτ | τοῖιν | θεαίναιν | ||||||
| 1η κλίση, Κατηγορία 'θάλασσα' όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]θέαινα, -ης θηλυκό
- επικός τύπος του θεά
Πηγές
[επεξεργασία]- θέαινα - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θάλασσα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με επικές κλίσεις (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'θάλασσα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θάλασσα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις προπαροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Επικοί τύποι
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)