θέμις

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Θέμις

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική θέμις θέμιστε θέμιστες
Γενική θέμιστος θεμίστοιν θεμίστων
Δοτική θέμιστι θεμίστοιν θέμισι(ν)
Αιτιατική θέμιστα θέμιστε θέμιστας
Κλητική θέμις θέμιστε θέμιστες
Γενική ενικού, και θέμιτος, (θέμιδος για το Θέμις).
Αιτιατική ενικού, και θέμιν
Γενική πληθυντικού, και θεμιστέων

Ετυμολογία [επεξεργασία]

θέμις < θέμα θε- του τίθημι. Και μυκηναϊκή 𐀳𐀖 (te-mi) [1] Δείτε και το θέμα θεμιστο-

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θέμις

  1. (κυριολεκτικά) αυτό που έχει τεθεί
  2. (νομική) εθιμικό δίκαιο
  3. (κατ' επέκταση)
    1. ο νόμος
    2. συνήθεια
    3. ποινή, τιμωρία
  4. (στον πληθυντικό) θέμιστες:
    1. χρησμοί, αποφάσεις θεϊκές, θέληση θεϊκή
    2. δικαίωμα του δικαστή
    3. φόροι
    4. διατάξεις
    5. αξιώσεις, απαιτήσεις
  5. (κύριο όνομα) → δείτε τη λέξη Θέμις

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 

Πηγές[επεξεργασία]