θέπεκας
Εμφάνιση
Ποντιακά (pnt)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- θέπεκας < → δείτε τη λέξη θώπεκας
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]θέπεκας αρσενικό
- (θηλαστικό ζώο) άλλη μορφή του θώπεκας
Παράγωγα
[επεξεργασία]- Θωίδης (επώνυμο)