θέρμη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | θέρμη | οι | θέρμες |
| γενική | της | θέρμης | των | θερμών |
| αιτιατική | τη | θέρμη | τις | θέρμες |
| κλητική | θέρμη | θέρμες | ||
| Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- θέρμη < αρχαία ελληνική θέρμη < θερμός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]θέρμη θηλυκό
- ο ζήλος για κάτι, η συναισθηματική ένταση που συνοδεύει μια ενέργεια που ενδιαφέρει πολύ το υποκείμενο
- ο πυρετός, ιδιαίτερα ο πυρετός της ελονοσίας
- (στον πληθυντικό) → δείτε τη λέξη θέρμες