θέσει

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θέσει < δοτική του ουσιαστικού θέσις

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

θέσει

  1. από τη θέση του, λόγω της θέσης στην οποία βρίσκεται
  2. (γραμματική) που είναι μακρό ή βραχύ λόγω της θέσης του (π.χ. βρίσκεται στη λήγουσα ή ακολουθούν δύο σύμφωνα)

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

θέσει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θέτω
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θέτω
  3. θα θέσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος θέτω