θα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- θα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική θα < θένα < θέλει ἵνα < ελληνιστική κοινή θέλω ἵνα
Μόριο
[επεξεργασία]θα
- χρησιμοποιείται για το σχηματισμό των ρηματικών τύπων που περιγράφουν μια πράξη η οποία πρόκειται να γίνει στο μέλλον
- χρησιμοποιείται για το σχηματισμό των ρηματικών τύπων που περιγράφουν κάτι πιθανό, δυνατό ή μη πραγματικό
Είναι πολύ σκεφτικός, άρα θα πρέπει να συμβαίνει κάτι σοβαρό. (: κάτι πιθανό)
Παρακαλώ, θα μου δώσετε λίγη προσοχή; (: κάτι δυνατό)
Αν είχα διαβάσει, θα είχα γράψει καλύτερα. (: κάτι μη πραγματικό)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]θα, ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό, άκλιτο
- οι υποσχέσεις
Βαρέθηκα τα θα σου.
Σύνθετα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μέλλον
|