θαλαμάρχης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θαλαμάρχης < θάλαμος + -άρχης ( < άρχω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θαλαμάρχης αρσενικό

  1. (στο στρατό) ο υπεύθυνος ενός θαλάμου


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]