θαλαμηγός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- θαλαμηγός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή θαλαμηγός

Ουσιαστικό
[επεξεργασία]θαλαμηγός θηλυκό
- το ιδιωτικό πολυτελές σκάφος αναψυχής
- ※ Ήταν ανοησία μου να έρθω εδώ, εξαρχής. Λέω να τηλεγραφήσω στον Χάρβεϊ να ετοιμάσει τη θαλαμηγό. Μέσα σε μια θαλαμηγό είσαι ασφαλής».
- Όσκαρ Ουάιλντ, Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι, αρχική δημοσίευση: (1890), ηλεκτρονική έκδοση: μετάφραση: Γωγώ Αρβανίτη. Εκδόσεις: Μεταίχμιο, Αθήνα (2023), ISBN 9786180338959, @google.gr/books
- ※ Ύστερα έδωσε εξετάσεις και πήρε το δίπλωμα του κυβερνήτου και αμέσως ανέλαβε τη διακυβέρνηση μιας ιδιόκτητης επαγγελματικής θαλαμηγού, που τη νοικιάζει σε τουρίστες για κρουαζιέρες στο Αιγαίο. (Γιώργος Κόμης, Ο Πειραιάς και οι άνθρωποί του: 1901-2001, εκδ. Ιωλκός, 2002, σελ. 316)
- ※ Ήταν ανοησία μου να έρθω εδώ, εξαρχής. Λέω να τηλεγραφήσω στον Χάρβεϊ να ετοιμάσει τη θαλαμηγό. Μέσα σε μια θαλαμηγό είσαι ασφαλής».
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
θαλαμηγός στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- θαλαμηγός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- θαλαμηγός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
- Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]θαλαμηγός, -ός, -όν (ελληνιστική κοινή)
- (για πλοίο) αυτό που έχει θαλάμους
- ※ 1ος πκε/κε αιώνας ⌘ Στράβων, Γεωγραφικά, 17.1, 16 @wikisource
- διέχει δὲ τετράσχοινον τῆς Ἀλεξανδρείας ἡ Σχεδία, κατοικία πόλεως, ἐν ᾗ τὸ ναύσταθμον τῶν θαλαμηγῶν πλοίων, ἐφʼ οἷς οἱ ἡγεμόνες εἰς τὴν ἄνω χώραν ἀναπλέουσιν·
- ※ 1ος πκε αιώνας ⌘ Διόδωρος Σικελιώτης, Βιβλιοθήκη Ἱστορική, 1, 85.2 @scaife.perseus
- τῶν δʼ ἱερέων οἷς ἐστιν ἐπιμελὲς ἄγουσι τὸν μόσχον τὸ μὲν πρῶτον εἰς Νείλου πόλιν, ἐν ᾗ τρέφουσιν αὐτὸν ἐφʼ ἡμέρας τετταράκοντα, ἔπειτʼ εἰς θαλαμηγὸν ναῦν οἴκημα κεχρυσωμένον ἔχουσαν ἐμβιβάσαντες ὡς θεὸν ἀνάγουσιν εἰς Μέμφιν εἰς τὸ τοῦ Ἡφαίστου τέμενος.
- ※ 1ος πκε/κε αιώνας ⌘ Στράβων, Γεωγραφικά, 17.1, 16 @wikisource
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]θαλαμηγός αρσενικό ή θηλυκό (ελληνιστική κοινή)
- (ναυτικός όρος) Αιγυπτιακό πολυτελές πλοίο, ένα είδος γόνδολας
- ※ 2ος/3ος κε αιώνας ⌘ Αθήναιος ο Ναυκρατίτης, Δειπνοσοφισταί, 5.38, @scaife.perseus.
- ‘κατεσκεύασεν δ’ ὁ Φιλοπάτωρ καὶ ποτάμιον πλοῖον, τὴν θαλαμηγὸν καλουμένην, τὸ μῆκος ἔχουσαν ἡμισταδίου, τὸ δὲ εὖρος ᾗ πλατύτατον λʹ πηχῶν· τὸ δὲ ὕψος σὺν τῷ τῆς σκηνῆς ἀναστήματι μικρὸν ἀπέδει τεσσαράκοντα πηχῶν.
- ※ 2ος/3ος κε αιώνας ⌘ Αθήναιος ο Ναυκρατίτης, Δειπνοσοφισταί, 5.38, @scaife.perseus.
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη θάλαμος
Πηγές
[επεξεργασία]- θαλαμηγός - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'οδός' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από μεταφράσεις (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Επίθετα με κλίση 'βοηθός' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'βοηθός' (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ηγός (ελληνιστική κοινή)
- Ελληνιστική κοινή
- Επίθετα (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Στράβωνα (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Διόδωρο Σικελιώτη (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά (ελληνιστική κοινή)
- Ναυτικοί όροι (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)