θαλασσινομανιταρόσουπα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η θαλασσινομανιταρόσουπα οι θαλασσινομανιταρόσουπες
      γενική της θαλασσινομανιταρόσουπας
    αιτιατική τη θαλασσινομανιταρόσουπα τις θαλασσινομανιταρόσουπες
     κλητική θαλασσινομανιταρόσουπα θαλασσινομανιταρόσουπες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

θαλασσινομανιταρόσουπα < θαλασσινά + μανιτάρια + σούπα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θαλασσινομανιταρόσουπα θηλυκό

  1. (γαστρονομία): σούπα με κυρίαρχο στοιχείο παρασκευής βραστά θαλασσινά με μανιτάρια

Μεταφράσεις[επεξεργασία]