θαλασσόβρεχτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θαλασσόβρεχτος < θάλασσα + βρέχω + -τος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

θαλασσόβρεχτος, -η, -ο

  1. που βρέχεται από τη θάλασσα
    θαλασσόβρεχτος τόπος

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]