θαμμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική θαμμένος θαμμένη θαμμένο
γενική θαμμένου θαμμένης θαμμένου
αιτιατική θαμμένο θαμμένη θαμμένο
κλητική θαμμένε θαμμένη θαμμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική θαμμένοι θαμμένες θαμμένα
γενική θαμμένων θαμμένων θαμμένων
αιτιατική θαμμένους θαμμένες θαμμένα
κλητική θαμμένοι θαμμένες θαμμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θαμμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος θάβω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

θαμμένος, -η, -ο

  1. που έχει ταφεί
  2. που έχει καλυφθεί εξολοκλήρου ή κατά το μεγαλύτερο μέρος του από χώμα ή άλλο υλικό

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]