θαμπώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θαμπώνω < μεσαιωνική ελληνική θαμπώνω < ελληνιστική κοινή θαμβόομαι < αρχαία ελληνική θαμβέω / θαμβῶ < θάμβος < τέθηπα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /θam.ˈbɔ.nɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

θαμπώνω (παθητική φωνή: θαμπώνομαι)

  1. (μεταβατικό) κάνω κάτι θαμπό (κυρίως για επιφάνειες διαφανείς ή ανακλαστικές)
  2. (αμετάβατο) γίνομαι θαμπός (κυρίως για επιφάνειες διαφανείς ή ανακλαστικές)
    βάλε το καλοριφέρ γιατί θάμπωσε το παρμπρίζ
    η έκθεση στον ήλιο θαμπώνει το βερνίκι των επίπλων
  3. (μεταβατικό) κάνω κάποιον να μην μπορεί να δει καλά με τη λάμψη μου
    με θάμπωσε ο προβολέας του άλλου αυτοκινήτου απέναντί μου
  4. (μεταβατικό) (μεταφορικά) εντυπωσιάζω κάποιον με τη λάμψη μου, την ομορφιά ή τις ικανότητές μου
    Το ΕΣΥ θάμπωσε τις Σουηδές νοσηλεύτριες (Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 13-5-2003)

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]