θανάσιμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θανάσιμος < αρχαία ελληνική θανάσιμος (θανατηφόρος, αλλά και ο μελλοθάνατος και ο νεκρός) < θάνατος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

θανάσιμος

  1. που επιφέρει το θάνατο
    θανάσιμος τραυματισμός
  2. (μεταφορικά) πολύ οδυνηρός ως προς τα αποτελέσματά του
    η θανάσιμη παγίδα του ρατσισμού
  3. που φτάνει μέχρι το θάνατο
    θανάσιμο μίσος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]