θανάτωση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θανάτωση θανατώσεις
γενική θανάτωσης
& θανατώσεως
θανατώσεων
αιτιατική θανάτωση θανατώσεις
κλητική θανάτωση θανατώσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

θανάτωση < αρχαία ελληνική θανάτωσις < θανατόω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /θa.ˈna.tɔ.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

θανάτωση θηλυκό

  1. η ενέργεια του θανατώνω, η αφαίρεση της ζωής από ζώο ή άνθρωπο

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]