θαυμάζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θαυμάζω < αρχαία ελληνική θαυμάζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

θαυμάζω

  1. εντυπωσιάζομαι με κάτι ή κάποιον, μένω έκθαμβος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θαυμάζω < θαῦμα (το ρήμα θεωρείται ότι είχε και παράλληλους τύπους θαμβαίνω και θαμβέω-θαμβῶ < θάμβος)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

θαυμάζω

  1. μένω έκθαμβος
  2. (με αιτιατική) (για καλό) τιμώ, σέβομαι
  3. (με αιτιατική) (για κακό) εκπλήσσομαι, απορώ

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Ενεργ. φωνή: ενστ. θαυμάζω παρατατικος ἐθαύμαζον μέλλ. θαυμάσομαι και θαυμάσω αόριστος ἐθαύμασα παρακειμ. τεθαύμακα
Μέση φωνή: ενστ. θαυμάζομαι παρατατικος ἐθαυμαζόμην μέλλ. θαυμασθήσομαι αόρ. ἐθαυμάσθην και ἐθαυμασάμην παρακειμενος τεθαύμασμαι