Μετάβαση στο περιεχόμενο

θαυμάσιος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο θαυμάσιος η θαυμάσια το θαυμάσιο
      γενική του θαυμάσιου της θαυμάσιας του θαυμάσιου
    αιτιατική τον θαυμάσιο τη θαυμάσια το θαυμάσιο
     κλητική θαυμάσιε θαυμάσια θαυμάσιο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι θαυμάσιοι οι θαυμάσιες τα θαυμάσια
      γενική των θαυμάσιων των θαυμάσιων των θαυμάσιων
    αιτιατική τους θαυμάσιους τις θαυμάσιες τα θαυμάσια
     κλητική θαυμάσιοι θαυμάσιες θαυμάσια
ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «θαυμάσιος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
θαυμάσιος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική θαυμάσιος

Επίθετο

[επεξεργασία]

θαυμάσιος, -α, -ο

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική θαυμάσιος θαυμασί τὸ θαυμάσιον
      γενική τοῦ θαυμασίου τῆς θαυμασίᾱς τοῦ θαυμασίου
      δοτική τῷ θαυμασί τῇ θαυμασί τῷ θαυμασί
    αιτιατική τὸν θαυμάσιον τὴν θαυμασίᾱν τὸ θαυμάσιον
     κλητική ! θαυμάσιε θαυμασί θαυμάσιον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ θαυμάσιοι αἱ θαυμάσιαι τὰ θαυμάσι
      γενική τῶν θαυμασίων τῶν θαυμασίων τῶν θαυμασίων
      δοτική τοῖς θαυμασίοις ταῖς θαυμασίαις τοῖς θαυμασίοις
    αιτιατική τοὺς θαυμασίους τὰς θαυμασίᾱς τὰ θαυμάσι
     κλητική ! θαυμάσιοι θαυμάσιαι θαυμάσι
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ θαυμασίω τὼ θαυμασί τὼ θαυμασίω
      γεν-δοτ τοῖν θαυμασίοιν τοῖν θαυμασίαιν τοῖν θαυμασίοιν
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'λόγιος' όπως «λόγιος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
θαυμάσιος < λείπει η ετυμολογία

Επίθετο

[επεξεργασία]

θαυμάσιος, -α, -ον [ᾰ] , υπερθετικός:  θαυμασιώτατον

  1. άξιος θαυμασμού, αξιοθαύμαστος
      5ος/4ος πκε αιώνας Ξενοφῶν, Κύρου Ἀνάβασις, 2, 3.9
    θαυμάσιαι τοῦ κάλλους καὶ μεγέθους
  2. (ειρωνικό) παράδοξος, έξοχος, πρωτοφανής
      5ος/4ος πκε αιώνας Πλάτων, Φαῖδρος, 242b
    Θεῖός γ᾽ εἶ περὶ τοὺς λόγους, ὦ Φαῖδρε, καὶ ἀτεχνῶς θαυμάσιος.

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]