θαυμάσιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική θαυμάσιος θαυμάσια θαυμάσιο
γενική θαυμάσιου θαυμάσιας θαυμάσιου
αιτιατική θαυμάσιο θαυμάσια θαυμάσιο
κλητική θαυμάσιε θαυμάσια θαυμάσιο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική θαυμάσιοι θαυμάσιες θαυμάσια
γενική θαυμάσιων θαυμάσιων θαυμάσιων
αιτιατική θαυμάσιους θαυμάσιες θαυμάσια
κλητική θαυμάσιοι θαυμάσιες θαυμάσια

Ετυμολογία [επεξεργασία]

θαυμάσιος < αρχαία ελληνική θαυμάσιος

Επίθετο[επεξεργασία]

θαυμάσιος, -α, -ο

  1. εξαιρετικά καλός, υπέροχος, τόσο καλός ώστε να προκαλεί τον θαυμασμό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

θαυμάσιος < → λείπει η ετυμολογία

Επίθετο[επεξεργασία]

θαυμάσιος [ᾰ] (θηλυκό: θαυμασία, ουδέτερο: θαυμάσιον)

  1. θαυμάσιος

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]