θαυμασμός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- θαυμασμός < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική θαυμάζω < θαῦμα < θάομαι
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /θav.maˈzmos/
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]θαυμασμός αρσενικό
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του θαυμάζω
- συναίσθημα έκφρασης εκτίμησης, αναγνώρισης και επιδοκιμασίας προς κάτι που αναγνωρίζουμε ως θετικό και θαυμάζουμε
- (θετική) έκπληξη, κατάπληξη, απορία, ξάφνιασμα
- ※ Το μυριόστομο «ααα» θαυμασμού, που συνόδευσε τη φωταγώγηση του Χριστουγεννιάτικου δέντρου, ακολούθησαν πυροτεχνήματα σε διάφορες αποχρώσεις. (Χριστουγεννιάτικο δέντρο φωτεινό στην Πλατεία και στην Παραλία, kalamata.gr, 11/12/2017 )
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] θαυμασμός