θαυματουργός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θαυματουργός < αρχαία ελληνική θαυματουργός < θαῦμα + -ουργός (< ἔργο)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

θαυματουργός -ή -ό

  • που κάνει θαύματα
θαυματουργή εικόνα
  • που έχει εντυπωσιακά ευεργετικά αποτελέσματα
θαυματουργό φάρμακο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]