θεάομαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

θεάομαι ( & ιωνικός τύπος θηέομαι)

  1. βλέπω με θαυμασμό
  2. παρατηρώ
  3. είμαι θεατής στο θέατρο
  4. επιθεωρώ