θείος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θείος < αρχαία ελληνική θεῖος < θεός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θείος αρσενικό

  1. ο αδελφός του πατέρα ή της μητέρας
  2. ο εξάδελφος του πατέρα ή της μητέρας
  3. ο αδελφός του παππού ή της γιαγιάς
  4. (γενικότερα) κάθε ανιών συγγενής εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, εκτός από τους γονείς και τους παππούδες
  5. στενός οικογενειακός φίλος των γονιών

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

θείος, θεία, θείο